Εμβολιαστική κόπωση ή εμβολιαστική δισταχτικότητα;
Uncategorized

Εμβολιαστική κόπωση ή Εμβολιαστική Διστακτικότητα;

εμβολιαστική κόπωση, εμβολιασμός, επισκέπτρια υγείας


Καθώς η πανδημία COVID-19 εισήλθε στη φάση της ύφεσης, ένας όρος άρχισε να κάνει έντονα την εμφάνισή του στον δημόσιο λόγο: «εμβολιαστική κόπωση» (vaccine fatigue). Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει την υποχώρηση της συμμετοχής του πληθυσμού στα εμβολιαστικά προγράμματα, ειδικά στις επαναλαμβανόμενες ενισχυτικές δόσεις. Χρησιμοποιείται από θεσμούς όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO, 2022) και αναπαράγεται σε πολιτικές αναλύσεις και δημοσιογραφικά μέσα ως ένας «ουδέτερος» περιγραφικός όρος.

Όμως η χρήση του όρου κάθε άλλο παρά ουδέτερη είναι. Η εμβολιαστική κόπωση παρουσιάζει το φαινόμενο ως κάτι σχεδόν αναπόφευκτο, βιολογικό ή ψυχολογικό. Δηλαδη σαν μιά φυσιολογική αντίδραση κόπωσης του πληθυσμού μπροστά σε μακρές περιόδους υγειονομικής πίεσης. Όμως έτσι, η αιτία της απομάκρυνσης από τον εμβολιασμό μετατοπίζεται από τις πολιτικές αποφάσεις και τις θεσμικές ευθύνες σε μια αόριστη ψυχολογική κατάσταση.

Η κρίση εμπιστοσύνης που σημειώθηκε σε πολλές χώρες κατά τη διάρκεια της πανδημίας και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, δεν μπορεί να αποδοθεί απλώς σε κόπωση. Η επικοινωνία δημόσιας υγείας υπήρξε συχνά αναποτελεσματική ή αντιφατική. Τα φάρμακα εγκρίνονταν γρήγορα, χωρίς πάντοτε επαρκή διαφάνεια. Παράλληλα, η πρόσβαση σε πληροφορίες και εμβόλια δεν ήταν ίση για όλους. Τα μέτρα επιβλήθηκαν χωρίς κοινωνική συναίνεση. Τέλος, η επιστήμη συχνά εργαλειοποιήθηκε πολιτικά. Όλα αυτά δημιούργησαν ένα τοπίο αποξένωσης και δυσπιστίας.

Ενδεικτικά, μελέτες έχουν δείξει ότι η απροθυμία συμμετοχής σε επαναλαμβανόμενους εμβολιασμούς σχετίζεται όχι τόσο με κούραση, αλλά με αισθήματα αμφιβολίας, σύγχυσης ή απώλειας νοήματος (Dubé et al., Vaccine, 2023). Επιπλέον, ο WHO σε δική του έκθεση για την «vaccine demand» (WHO SAGE Report, 2022) αναγνωρίζει ότι η εμπιστοσύνη στο σύστημα είναι ο σημαντικότερος παράγοντας πρόθεσης εμβολιασμού και όχι η συχνότητα των δόσεων καθαυτή.

Η έννοια της εμβολιαστικης κόπωσης αποπολιτικοποιεί τη συζήτηση. Επιπλέον, αποδίδει την απομάκρυνση από την εμβολιαστική στρατηγική σε έναν γενικευμένο ψυχισμό του πληθυσμού. Έτσι, απαλλάσσει από την ευθύνη τις πολιτικές και θεσμικές επιλογές. Τελικά, η ίδια η γλώσσα μετατρέπεται σε εργαλείο εξουδετέρωσης της κριτικής.

Η συρρίκνωση της συμμετοχής στα προγράμματα εμβολιασμού είναι ένα πολύπλοκο κοινωνικό φαινόμενο, που απαιτεί βαθύτερη κατανόηση, ειλικρινή διάλογο και ενίσχυση της εμπιστοσύνης. Όχι τη χρήση όρων που, ενώ μοιάζουν τεχνικοί, συγκαλύπτουν περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτουν.

Ίσως τελικά δεν πρόκειται για εμβολιαστική κόπωση, αλλά για κόπωση από τον τρόπο που γίνεται πολιτική μέσα από την υγειονομική γλώσσα. Μήπως ο όρος «Διστακτικότητα στον εμβολιασμό» (vaccine hesitancy) – όρος που χρησιμοποιεί και ο ΠΟΥ, ειναι πιο περιγραφικός, δεν παραπέμπει αποκλειστικά σε ψυχολογική «κούραση» άρα κινητοποιεί καλύτερα όλους εμάς τους επαγγελματίες υγείας;

Αφήστε μια απάντηση